ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΕΠΙ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΟ Ν. 3689/2010 ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ

Καταχώρηση 2012/12/22

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά η υποβολή της αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του εν λόγω νόμου δεν επιφέρει αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, δηλαδή είναι δυνατόν οι πιστωτές του να προχωρήσουν σε κατάσχεση και πλειστηριασμό της κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Μετά την υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά του οφειλέτη. Η αίτηση για τη χορήγηση αναστολής, αν και αρχικά είχαν δημιουργηθεί αμφιβολίες λόγω της ασάφειας του νόμου, υποβάλλεται στο Ειρηνοδικείο, που είναι αρμόδιο και για την κύρια υπόθεση, δηλαδή την ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη κατ’ άρθρο 8 παρ. 1 του νόμου[1], και όχι στο Μονομελές Πρωτοδικείο.

Σε κάθε περίπτωση για την υποβολή αιτήματος αναστολής εκτελέσεως απαιτείται η προηγούμενη υποβολή της κύριας αίτησης για τη ρύθμιση των χρεών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3689/2010. Ειδικά σε περίπτωση οφειλής από στεγαστικό δάνειο (εμπραγμάτως εξασφαλισμένο ή όχι), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 3689/2010, το Δικαστήριο μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες που επιτρέπει το εισόδημα του οφειλέτη, να χορηγήσει την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων για την οφειλή αυτή με ή χωρίς τον όρο της καταβολής εκ μέρους του οφειλέτη όλου ή μέρους του ποσού που αντιστοιχεί στην ενήμερη τοκοχρεολυτική δόση που θα όφειλε να καταβάλει από το χρονικό σημείο της δημοσίευσης της απόφασης και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, αν η σύμβαση δανείου δεν είχε καταγγελθεί ή δεν εμφάνιζε ληξιπρόθεσμες οφειλές. Με βάση τη συγκεκριμένη διάταξη τα δικαστήρια δέχονται ότι δε διατάσσεται ο οφειλέτης να καταβάλει δόσεις εάν η σχετική σύμβαση δανείου δεν έχει ήδη καταγγελθεί[2], ενώ υποστηρίζεται και η άποψη ότι ο οφειλέτης είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να καταβάλει δόσεις, ανεξάρτητα από το εάν έχει καταγγελθεί ή όχι.

Επίσης υποστηρίζεται η άποψη[3] ότι για τη χορήγηση αναστολής πρέπει οπωσδήποτε να έχει τουλάχιστον εκκινήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στον οφειλέτη (με σύνηθες επόμενο βήμα την κατάσχεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας). Ωστόσο υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί και ορθότερη, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται η έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Η παραπομπή από το άρθρο 6 του Ν. 3689/2010 γίνεται μόνο στη διαδικασία και όχι στην συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 682 ΚπολΔ για τα ασφαλιστικά μέτρα. Επομένως δεν χρειάζεται η συνδρομή επείγουσας περιπτώσεως ή επικείμενου κινδύνου, για να ευδοκιμήσει η αίτηση αναστολής[4] και συνακόλουθα δεν χρειάζεται απαραίτητα και η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του οφειλέτη. Αντίθετα θα πρέπει να πιθανολογείται η ευδοκίμηση της υποβληθείσας κύριας αίτησης για τη ρύθμιση των χρεών και να πιθανολογείται κίνδυνος ματαίωσης του σκοπού της υποβληθείσας αίτησης. Η πρόβλεψη από το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3689/2010 δυνατότητας χορήγησης αναστολής εκτελέσεως έχει σκοπό της τη διατήρηση της περιουσίας του οφειλέτη, ο οποίος επιδιώκει να ρυθμίσει τα χρέη του, πιθανόν διατηρώντας περιουσιακά του στοιχεία (όπως π.χ την κύρια κατοικία του). Η διατήρηση της περιουσίας του οφειλέτη όμως είναι και προς το συμφέρον των πιστωτών του, οι προσβλέπουν στην ικανοποίησή τους από αυτή. Για το λόγο αυτό και η αναστολή θα πρέπει να διατάσσεται ως προς όλους τους πιστωτές, αφού υπάρχει κίνδυνος άνισης μεταχείρισης, ο οποίος δε συμβιβάζεται με τη διαδικασία συλλογικής και κατά κανόνα σύμμετρης ικανοποίησης όλων των δανειστών που προβλέπεται από τον Ν. 3689/2010.  

Με την έκδοση προσωρινής διαταγής διασφαλίζεται πλήρως η περιουσία του αιτούντος υπαγωγή στο Ν. 3869/2010 μέχρι και την εκδίκαση της κύριας αίτησης, η οποία συνήθως προσδιορίζεται μετά από τρία και πλέον έτη, αφού δεν είναι δυνατόν πλέον οι πιστωτές του να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, και με αυτό τον τρόπο παίρνει ανάσα από τα πιεστικά του χρέη. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι συνήθως δεν διατάσσεται η καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού για τα στεγαστικά του δάνειο, παρά τη σχετική ευχέρεια που παρέχει ο νόμος με το άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 3689/2010.

 

 

Καλληδώνης Νικόλαος

Δικηγόρος

ΜΔΕ Αστικού και Ποινικού Δικαίου

nkallidonis@yahoo.com



[1] Βλ. ΜονΠρΒολ 2202/2010, ΕφΑΔ 2010, σελ. 1123 και πλήθος αποφάσεων Ειρηνοδικείων που την ακολούθησαν.

[2] Βλ την ΕιρΑθ 37/2012, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ.

[3] Κρητικός Αθ.: Ρύθμιση των Οφειλών των Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων, Δεύτερη Έκδοση, σελ. 137 με παραπομπή στην αδημοσίευτη ΕιρΚαλ 100/2011.

[4] Κρητικός Αθ.: Ρύθμιση των Οφειλών των Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων, Δεύτερη Έκδοση, σελ. 136.

UA-36919497-1