ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ – ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ

Καταχώρηση 2013/04/20

Σύμφωνα με τα άρθρα 939-942 ΑΚ για τη γέννηση αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης απαιτείται: α) ύπαρξη απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη (βλ. ενδεικτικά (Α.Π 846/2011, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – Α.Π 884/2011, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – Α.Π 1301/2011, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).

Η απαίτηση του ενάγοντος αρκεί να υφίσταται κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, έστω και αν η απαίτησή του τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, απαιτείται δηλαδή μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεως του, ενώ επιπλέον αυτή πρέπει να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (Ολ Α.Π 709/1974, ΝοΒ 23/300 – Α.Π 1482/2004, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – Α.Π 395/2000, ΕλλΔνη 2000/1347 – Α.Π 1378/1999, ΝοΒ 48/263 – Α.Π 121/1998, ΕλλΔνη 1998/574 – ΑΠ 862/1998, ΕλλΔνη 1999/124 – ΕφΑθ 7827/1998, ΕλλΔνη 1999/1163 – ΕφΠειρ 786/2005, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει δε να αναφερθεί ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων δεν απαιτείται δικαστική βεβαίωση της απαίτησης, ούτε να έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο ούτε και δυνάμει αυτού να έχει προβεί ο δανειστής σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη και αυτή να έχει αποβεί άκαρπη (βλ.  Βαθρακοκοίλη Β.: Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα, άρθρο 939, σελ. 1144 – ΟλΑ.Π 709/1974, ΝοΒ 23/300 – ΕφΑθ 4169/1999, ΕλλΔνη 1999/1162 – ΕφΠειρ 1453/1995, ΕλλΔνη 1997/681 – ΕφΠειρ 433/1994, ΕλλΔνη 1995/686). 

Ειδικότερα στη σύμβαση ανοικτού λογαριασμού, η οποία συνιστά ειδικότερη μορφή αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ  πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι δε αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Ωστόσο και πριν από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Επομένως η τράπεζα είναι και πριν το οριστικό του λογαριασμού δανείστρια και επομένως έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω κι αν έλαβε χώρα πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την αρχική συζήτηση της αγωγής.(βλ.  Βαθρακοκοίλη Β.: Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα, άρθρο 939, σελ. 1145 – Α.Π 1343/2000, ΕΕΝ 2002/177 – Α.Π 395/2000, ΕλλΔνη 2000/1347 – ΕφΑθ 507/2007, Δνη 2008/870 – ΕφΠειρ 9/2001, ΔΕΕ 2001/505).

Ως απαλλοτρίωση νοείται κάθε διάθεση, δηλαδή εκποιητική δικαιοπραξία του οφειλέτη, η οποία συνεπάγεται μεταβίβαση, αλλοίωση ή κατάργηση κάποιου περιουσιακής φύσεως δικαιώματος του οφειλέτη (Α.Π 239/1962, ΝοΒ 10/898 – ΕφΑθ 3349/2001, ΝοΒ 50/123 – ΕφΑθ 9096/1999, Δνη 41/1414). Ως απαλλοτρίωση θεωρούνται και οι χαριστικές δικαιοπραξίες, όπως η δωρεά και η γονική παροχή (βλ. ενδεικτικά ΕφΑθ 4169/1999, ΕλλΔνη 1999/1162).  Η εκπλήρωση ηθικών υποχρεώσεων ή λόγοι ηθικής ευπρέπειας του οφειλέτη δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε βλάβη των δανειστών ούτε την εκτίμηση των ηθικών του υποχρεώσεων έναντι των νομικών, με συνέπεια να μην αναιρείται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της σχετικής παροχής (ΕφΑθ 447/2011, Αρμ 2011/1149 – ΕφΑθ 7827/1998, ΕλλΔνη 40/1162 – ΕφΑθ 4169/1999, ΕλλΔνη 1999/1162). Απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών θεωρείται ότι υφίσταται, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξεως του είναι η βλάβη των τελευταίων, την οποία αποδέχεται (βλ. ενδεικτικά Α.Π 846/2011, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – Α.Π 278/2011, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα με το άρθρο 942 ΑΚ, δεν απαιτείται γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία (βλ. ενδεικτικά Α.Π 846/2011, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – Α.Π 638/2004, Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – Α.Π 1677/2008, Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα δε με το 941 παρ. 2 ΑΚ τεκμαίρεται η γνώση του τρίτου, εφόσον αυτός είναι συγγενής του σε ευθεία γραμμή εξ αίματος (βλ. ενδεικτικά Α.Π 1482/2004, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).

Τέλος απαιτείται αφερεγγυότητα του οφειλέτη, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών (Α.Π 1910/2009, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – ΠολΠρΚορ 158/2010, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ – ΟλΑ.Π 6/2003, ΕλλΔνη 44/401 – Α.Π 1778/2006, ΧρΙΔ 2007/126 – Α.Π 1189/2003, ΕλλΔνη 45/460 – Α.Π 637/2001, ΕλλΔνη 43/1410 – Α.Π 88/1998, ΕλλΔνη 39/843)

Μετά την ισχύ του Ν. 2298/1995, τα αποτελέσματα της διαρρήξεως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας διαμορφώνονται ως εξής: Αν η αγωγή διαρρήξεως του δανειστή κατά του τρίτου γίνει δεκτή τελεσιδίκως, δεν αντιτάσσεται η καταδολιευτική απαλλοτρίωση κατά του δανειστή, του υπερθεματιστή και κατά των διαδόχων του. Η μη αντιταξιμότητα είναι αυτοδίκαιη συνέπεια της διαρρήξεως και ανατρέχει στο χρόνο της απαλλοτριώσεως, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων μερών. Ο δανειστής μπορεί να κατάσχει απευθείας  στην περιουσία του οφειλέτη του το αντικείμενο που αυτός έχει απαλλοτριώσει, σαν να μην είχε ποτέ αποχωριστεί από αυτήν. Η εκτέλεση στρέφεται κατά του οφειλέτη, ο δε τρίτος είναι ξένος προς την εκτελεστική διαδικασία, αλλά μόνον όσον αφορά τον δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη, τον υπερθεματιστή και τους διαδόχων τους, αντιτάσσει όμως το δικαίωμά του έναντι άλλων δανειστών.

Σύμφωνα με το άρθρο 943 Α.Κ. «η αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν», συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη (Ματθία: Τροποποιήσεις στην αναγκαστική εκτέλεση με το Ν. 2298/1995, ΕλλΔνη 36/1453 – Ματθία: Τα αποτελέσματα της παυλιανής διάρρηξης, ΕλλΔνη 30/1273 – Κλαβανίδου Δ.: Η καταδολίευση δανειστών μετά το Ν.2298/1995, ΕλλΔνη 36/1463 επ.).

Το αίτημα της αγωγής διαρρήξεως είναι πλέον η απαγγελία της διαρρήξεως της προσβαλλομένης απαλλοτριώσεως υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται έτσι αίτημα αναμεταβιβάσεως του απαλλοτριωθέντος πράγματος από τον τρίτο στον οφειλέτη ούτε σώρευση αιτήματος για καταδίκη του τρίτου κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔ σε δήλωση βουλήσεως για αναμεταβίβαση στον οφειλέτη του απαλλοτριωθέντος (Η καταδολίευση δανειστών μετά το Ν.2298/1995, ΕλλΔνη 36, σελ. 1470 – ΕφΑθ 518/2000, ΕλλΔνη 41/142 – ΕφΑθ 5639/1998, ΕλλΔνη 40/1157 – ΕφΑθ 4169/1999, ΕλλΔνη 40/1160).

 

 

Καλληδώνης Νικόλαος

Δικηγόρος

ΜΔΕ Αστικού και Ποινικού Δικαίου

nkallidonis@yahoo.com

 

UA-36919497-1