ΕΥΘΥΝΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ-ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΓΙΑ ΖΗΜΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ – ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΗΣΗΣ – 922 ΑΚ

Καταχώρηση 2013/01/03

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος), ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του (επαγγελματικής, επιχειρηματικής κλπ.). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα κερδών του.

Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιουμένων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε, με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν (ΕφΑθ 197/1988, ΕλλΔνη 1988/1239 – Απ. Γεωργιάδης: Ενοχικό Δίκαιο, Γεν. Μέρος, 1999, σελ. 625 – Μ. Σταθόπουλος: Γενικό Ενοχ. Δίκαιο, 1998, σελ. 136 – Δεληγιάννης – Κορνηλάκης: Ειδ. Ενοχ. Δίκαιο, σελ. 1681). Η εκπροσώπηση από τον προστηθέντα των συμφερόντων του προστήσαντος δεν απαιτείται να είναι εμφανής στους τρίτους, η δε σχέση προστήσεως έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής, στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση στην οποία βασίζεται η πρόστηση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης πράξης (Α.Π 121/2002, ΕλλΔνη 2002/1614 – Α.Π 380/1979, ΝοΒ 27/1437 – Α.Π 194/1976, ΝοΒ 24/718 – ΕφΚερκ 213/2000, ΔΕΝ 2001/1107 –Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Α.Κ., τόμ. IV, άρθρο 922, αρ. 14).

Εξάλλου τόσο ο προστήσας όσο και ο προστηθείς είναι δυνατόν να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στο πλαίσιο του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, σημειουμένου ακόμη ότι για την εξάρτηση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών ή μιας γενικής εποπτείας (Α.Π 1270/1989, ΕλλΔνη 32/765 – Α.Π 300/1980, ΝοΒ 28/1723). Επιρρίπτονται δηλαδή στον προστήσαντα όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα την οποία ανέθεσε στον προστηθέντα και αν ακόμη προήλθαν από κατάχρηση των καθηκόντων του προστηθέντος ή υπέρβαση των διαταγών και οδηγιών που του δόθηκαν (Α.Π 765/1984, ΝοΒ 33/607 – Α.Π 691/1978, ΝοΒ 27/525).

Ζήτημα υφίσταται όσον αφορά την ύπαρξη εξάρτησης στην περίπτωση χρησιμοποίησης ελευθέρων επαγγελματιών που δρουν ανεξάρτητα, κατά τους κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης τους, οι οποίοι μπορεί να μην είναι προσιτοί σε εκείνον που τους χρησιμοποιεί στην υπηρεσία του, για το λόγο ότι δεν έχει την ιδιότητα, επομένως και τις γνώσεις ή, και να τις έχει, δεν μπορεί να επέμβει στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ο επαγγελματίας δρα και ενεργεί με δική του πρωτοβουλία και κατά την κρίση του. Κλασικό παράδειγμα αποτελούν οι ιατροί οι οποίοι συνδέονται με μία συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική και παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο κοινό που επισκέπτεται την εν λόγω κλινική.

Όταν υπάρχει σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ ιατρού και νοσοκομείου η σχέση πρόστησης είναι αυτονόητη, αλλά γίνεται δεκτό ότι πρόστηση υφίσταται και όταν η σχέση του ιατρού με κλινική ή νοσηλευτικό ίδρυμα είναι ελεύθερη, με τη μορφή ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ τους, σύμφωνα με την οποία ο ιατρός επιμελείται τη νοσηλεία και συνήθως τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης σε κλινική που διαθέτει την απαραίτητη υποδομή (εγκαταστάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία κλπ.) και το κατώτερο μη ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό, το οποίο θέτει στη διάθεση του ιατρού, με αμοιβή που εισπράττει κατευθείαν από τον ασθενή, άσχετα με την αμοιβή του ιατρού που καταβάλλεται από τον ασθενή απευθείας στον ιατρό. Η σχέση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη στις συναλλαγές και αποσκοπεί τόσο στην εξυπηρέτηση του ιατρού που έτσι κερδοφόρα χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της κλινικής όσο και των τελευταίων, που με τη συνδρομή των ιατρών εξασφαλίζουν πελατεία και αποκομίζουν ανάλογα κέρδη, στα οποία και αποβλέπουν. Ο ιατρός εντάσσεται βέβαια στο πρόγραμμα της κλινικής ή του ιδρύματος, το οποίο, ανάλογα με το φόρτο, καθορίζει τον τόπο και τον χρόνο παροχής της ιατρικής συνδρομής από τον ιατρό, που ασφαλώς σε σχέση με αυτήν ενεργεί με πρωτοβουλία.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σαφής σχέση πρόστησης και είναι σύμφωνη με το δικαιολογητικό λόγο της καθιέρωσης της ευθύνης του προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται για αλλότρια πράξη (του προστηθέντος), για το λόγο ότι η κλινική ή το νοσοκομείο ωφελείται από τη δραστηριότητα του ιατρού με τη συνδρομή του οποίου επεκτείνει τον κύκλο της δυνατότητας κερδών και πρέπει βέβαια ευλόγως να αυξάνεται και το πεδίο των κινδύνων που αναλαμβάνει (Σταθόπουλος ό.π. σελ. 220 – Ζέπος, Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος Β`, 1965 παρ. 31/1, σελ. 769). Επίσης δε, με τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, οι οποίες έχουν γίνει πολύπλοκες και για την επίτευξη ενός αποτελέσματος παρεμβάλλονται όχι σπάνια διαφόρων ειδικοτήτων, επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων πρόσωπα, οι οδηγίες του προστήσαντος δεν είναι ανάγκη να φθάνουν μέχρι παροχής λεπτομερειών ιδίως σε τεχνικής φύσεως θέματα, ή ακόμη δεν είναι καν απαραίτητο οι οδηγίες να αφορούν τον τόπο, χρόνο ή την τεχνική άσκησης της εργασίας του προστηθέντος (ΕφΑθ 197/1988, ΑρχΝομ 39/139).

Άλλωστε η παροχή ειδικών οδηγιών προς τον ιατρό κάθε φορά για την άσκηση της υπηρεσίας του δεν είναι δυνατή, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις ενδεχόμενες αυτές ειδικές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και τα διδάγματα αυτής. Άλλωστε η κλινική, χρησιμοποιώντας τρίτους ιατρούς για τη διεύρυνση των εργασιών της και την επίτευξη του σκοπού της, πρέπει, αφού εκμεταλλεύεται την εργασία των ιατρών αυτών και αποκερδαίνει από αυτή, να ενέχεται σε αποζημίωση για τα σφάλματα των ιατρών, συμβιβάζεται δε τούτο και με τις αρχές της καλής πίστης, ώστε να προβαίνει με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια στην επιλογή των ιατρών, με τους οποίους πρόκειται να συνεργαστεί (Α.Π 1270/1989, ΕλλΔνη 1991/765 – ΕφΑθ 197/1988, ΑρχΝομ 1988/139 – ΜονΠρΑθ 5361/1997, ΝοΒ 1998/375 – Α.Π 1356/1991, ΕλλΔνη 1992/1192 – ΕφΘεσ 692/2010, Αρμ 2011/1473).

 

 

Καλληδώνης Νικόλαος

Δικηγόρος

ΜΔΕ Αστικού και Ποινικού Δικαίου

nkallidonis@yahoo.com

UA-36919497-1